Греческий словарь
с грамматикой

κυκλοφορώ

[kiklofɔˈro]глаголA2

Значения

1
циркулировать, быть в обращении
to circulate, to be in circulation · το νόμισμα κυκλοφορεί — валюта находится в обращении
2
ездить, передвигаться (обычно о машинах)
to drive, to travel (usually by vehicle) · κυκλοφορώ με το αυτοκίνητο — ездить на машине
3
распространяться, ходить (о слухах, информации)
to spread, to circulate (of rumours, information) · κυκλοφορούν φήμες — ходят слухи

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κυκλοφορώ
εσύ
κυκλοφορείς
αυτός
κυκλοφορεί
εμείς
κυκλοφορούμε
εσείς
κυκλοφορείτε
αυτοί
κυκλοφορούν
Аорист
εγώ
κυκλοφόρησα
εσύ
κυκλοφόρησες
αυτός
κυκλοφόρησε
εμείς
κυκλοφορήσαμε
εσείς
κυκλοφορήσατε
αυτοί
κυκλοφόρησαν
Будущее
εγώ
θα κυκλοφορώ
εσύ
θα κυκλοφορείς
αυτός
θα κυκλοφορεί
εμείς
θα κυκλοφορούμε
εσείς
θα κυκλοφορείτε
αυτοί
θα κυκλοφορούν

Примеры

Το αυτοκίνητο κυκλοφορεί στον δρόμο.
Автомобиль едет по дороге. · The car is driving on the road.
Τα κέρματα κυκλοφορούν σε όλη τη χώρα.
Монеты находятся в обращении по всей стране. · Coins are in circulation throughout the country.
Κυκλοφόρησε ένα νέο βιβλίο του συγγραφέα.
Вышла новая книга писателя. · A new book by the author has been released.
Στην πόλη κυκλοφορούν πολλά λεωφορεία.
По городу ходит много автобусов. · Many buses operate in the city.