Греческий словарь
с грамматикой

κυβερνώ

[kiverˈno]глаголB1

Значения

1
управлять (государством, кораблём)
to govern, to rule (a state, ship) · κυβερνώ τη χώρα — управляю страной
2
контролировать, руководить
to control, to steer, to direct · κυβερνώ τo πλοίο — управляю кораблём
3
держать под контролем (чувства, ситуацию)
to manage, to keep in check · κυβερνώ τα συναισθήματά μου — контролирую свои чувства

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κυβερνώ
εσύ
κυβερνάς
αυτός
κυβερνά
εμείς
κυβερνάμε
εσείς
κυβερνάτε
αυτοί
κυβερνάνε
Аорист
εγώ
κυβέρνησα
εσύ
κυβέρνησες
αυτός
κυβέρνησε
εμείς
κυβερνήσαμε
εσείς
κυβερνήσατε
αυτοί
κυβέρνησαν
Будущее
εγώ
θα κυβερνώ
εσύ
θα κυβερνάς
αυτός
θα κυβερνά
εμείς
θα κυβερνάμε
εσείς
θα κυβερνάτε
αυτοί
θα κυβερνάνε

Примеры

Ο πρωθυπουργός κυβερνά τη χώρα από το 2019.
Премьер-министр управляет страной с 2019 года. · The Prime Minister has been governing the country since 2019.
Πρέπει να κυβερνήσεις τα συναισθήματά σου καλύτερα.
Ты должен лучше контролировать свои эмоции. · You need to control your emotions better.
Ο καπετάνιος κυβερνούσε το πλοίο με μεγάλη δεξιότητα.
Капитан искусно управлял кораблём. · The captain was steering the ship with great skill.
Κυβέρνησαν το κράτος για δεκαετίες με σοφία.
Они управляли государством десятилетиями мудро. · They ruled the state for decades with wisdom.