κυβερνητικός
[kiveɾniˈtikos]прилагательноеB1
Значения
1
правительственный, государственный
governmental, government (attr.) · κυβερνητική απόφαση — государственное решение
2
относящийся к кибернетике
cybernetic · κυβερνητικά συστήματα — кибернетические системы
Грамматика
мужской род
им.
κυβερνητικός
вин.
κυβερνητικό
род.
κυβερνητικού
зват.
κυβερνητικέ
женский род
им.
κυβερνητική
вин.
κυβερνητική
род.
κυβερνητικής
зват.
κυβερνητική
средний род
им.
κυβερνητικό
вин.
κυβερνητικό
род.
κυβερνητικού
зват.
κυβερνητικό
Примеры
Η κυβερνητική απόφαση προκάλεσε μεγάλη αντιδικία.
Правительственное решение вызвало большое недовольство. · The government decision provoked considerable opposition.
Οι κυβερνητικοί υπάλληλοι ετοίμασαν το σχέδιο.
Государственные чиновники подготовили план. · Government officials prepared the plan.
Αυτά είναι κυβερνητικά συστήματα ελέγχου.
Это кибернетические системы управления. · These are cybernetic control systems.