Греческий словарь
с грамматикой

κυβερνάω

Пишется также: κυβερνώ
[kiveˈrnao]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B1

Значения

1
управлять, руководить
govern, rule · κυβερνά τη χώρα — управляет страной
2
направлять, вести (корабль, автомобиль)
steer, navigate · κυβερνά το πλοίο — управляет кораблём

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κυβερνώ
εσύ
κυβερνάς
αυτός
κυβερνά
εμείς
κυβερνάμε
εσείς
κυβερνάτε
αυτοί
κυβερνάνε
Аорист
εγώ
κυβέρνησα
εσύ
κυβέρνησες
αυτός
κυβέρνησε
εμείς
κυβερνήσαμε
εσείς
κυβερνήσατε
αυτοί
κυβέρνησαν
Будущее
εγώ
θα κυβερνήσω
εσύ
θα κυβερνήσεις
αυτός
θα κυβερνήσει
εμείς
θα κυβερνήσουμε
εσείς
θα κυβερνήσετε
αυτοί
θα κυβερνήσουν

Примеры

Ο πρόεδρος κυβερνά το κράτος με σοφία.
Президент управляет государством с мудростью. · The president governs the country with wisdom.
Χθες κυβέρνησε το πλοίο μέσα σε θύελλα.
Вчера он вёл корабль в буре. · Yesterday he steered the ship through a storm.
Πρέπει να κυβερνήσουμε το αυτοκίνητο προσεκτικά.
Нужно управлять машиной осторожно. · We must steer the car carefully.
Κυβερνούσε τη χώρα για είκοσι χρόνια.
Он правил страной двадцать лет. · He ruled the country for twenty years.