Греческий словарь
с грамматикой

κτυπώ

[ktiˈpo]глаголA1

Значения

1
бить, ударять
hit, strike, beat · κτυπώ την πόρτα — я стучу в дверь
2
стучать
knock · κτυπά η καρδιά μου — моё сердце бьётся

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κτυπώ
εσύ
κτυπάς
αυτός
κτυπά
εμείς
κτυπάμε
εσείς
κτυπάτε
αυτοί
κτυπάνε
Аорист
εγώ
έκτυψα
εσύ
έκτυψες
αυτός
έκτυψε
εμείς
κτύψαμε
εσείς
κτύψατε
αυτοί
έκτυψαν
Будущее
εγώ
θα κτυπήσω
εσύ
θα κτυπήσεις
αυτός
θα κτυπήσει
εμείς
θα κτυπήσουμε
εσείς
θα κτυπήσετε
αυτοί
θα κτυπήσουν

Примеры

Κτύπησε την πόρτα με δύναμη.
Он сильно постучал в дверь. · He knocked hard on the door.
Η καρδιά του κτυπά γρήγορα.
Его сердце быстро бьётся. · His heart is beating fast.
Θα κτυπήσουν το κουδούνι σε λίγο.
Они позвонят в звонок через минуту. · They will ring the doorbell in a moment.
Κτυπώ τα αυγά για την ομελέτα.
Я взбиваю яйца для омлета. · I'm beating the eggs for an omelette.