κτηνοτρόφος
[ktino̞ˈtro̞fos]существительноеο · мужской родC1
Значения
1
животновод, скотовод
livestock breeder, animal husbandman · ο κτηνοτρόφος έχει πρόβατα — животновод держит овец
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο κτηνοτρόφος
вин.
τον κτηνοτρόφο
род.
του κτηνοτρόφου
зват.
κτηνοτρόφε
Мн. ч.
им.
οι κτηνοτρόφοι
вин.
τους κτηνοτρόφους
род.
των κτηνοτρόφων
зват.
κτηνοτρόφοι
Примеры
Ο κτηνοτρόφος πουλάει το γάλα στην αγορά.
Животновод продает молоко на рынке. · The livestock breeder sells milk at the market.
Οι κτηνοτρόφοι της περιοχής αντιμετωπίζουν δυσκολίες.
Скотоводы этого региона сталкиваются с трудностями. · The animal husbandmen in the region face difficulties.
Συνάντησα έναν κτηνοτρόφο στο χωριό.
Я встретил животновода в деревне. · I met a livestock breeder in the village.