κτηνοτροφία
[ktinotropˈia]существительноеη · женский родC1
Значения
1
животноводство, разведение скота
livestock farming, animal husbandry · η κτηνοτροφία είναι σημαντική — животноводство важно
Грамматика
Ед. ч.
им.
η κτηνοτροφία
вин.
την κτηνοτροφία
род.
της κτηνοτροφίας
зват.
κτηνοτροφία
Мн. ч.
им.
οι κτηνοτροφίες
вин.
τις κτηνοτροφίες
род.
των κτηνοτροφιών
зват.
κτηνοτροφίες
Примеры
Η κτηνοτροφία είναι παραδοσιακή δραστηριότητα στα ορεινά χωριά.
Животноводство — традиционный вид деятельности в горных деревнях. · Livestock farming is a traditional activity in mountain villages.
Πολλές οικογένειες ασχολούνται με την κτηνοτροφία για να ζήσουν.
Многие семьи занимаются животноводством, чтобы прожить. · Many families engage in livestock farming to make a living.
Η σύγχρονη κτηνοτροφία απαιτεί γνώση και τεχνολογία.
Современное животноводство требует знаний и технологии. · Modern livestock farming requires knowledge and technology.