Греческий словарь
с грамматикой

κτηνίατρος

[ktiˈniatros]существительноеο · мужской родA2

Значения

1
ветеринар
veterinarian · ο κτηνίατρος για το σκυλί — ветеринар для собаки

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο κτηνίατρος
вин.
τον κτηνίατρο
род.
του κτηνιάτρου
зват.
κτηνίατρε
Мн. ч.
им.
οι κτηνίατροι
вин.
τους κτηνιάτρους
род.
των κτηνιάτρων
зват.
κτηνίατροι

Примеры

Πήγα στον κτηνίατρο με τη γάτα μου.
Я пошёл к ветеринару со своей кошкой. · I went to the vet with my cat.
Ο κτηνίατρος εξέτασε το άλογο προσεκτικά.
Ветеринар тщательно осмотрел лошадь. · The veterinarian examined the horse carefully.
Οι κτηνίατροι δουλεύουν και τα Σαββατοκύριακα.
Ветеринары работают и по выходным. · Vets work on weekends too.
Συμβουλεύτηκε τον κτηνίατρο για τα εμβόλια.
Она проконсультировалась с ветеринаром о прививках. · She consulted the vet about vaccinations.