Греческий словарь
с грамматикой

κτίριο

[ˈktirio]существительноеτο · средний родA1

Значения

1
здание, строение
building, structure · ένα μεγάλο κτίριο — большое здание

Грамматика

Ед. ч.
им.
το κτίριο
вин.
το κτίριο
род.
του κτιρίου
зват.
κτίριο
Мн. ч.
им.
τα κτίρια
вин.
τα κτίρια
род.
των κτιρίων
зват.
κτίρια

Примеры

Το κτίριο είναι πολύ παλιό.
Это здание очень старое. · The building is very old.
Τα κτίρια στο κέντρο είναι σύγχρονα.
Здания в центре современные. · The buildings downtown are modern.
Έχουμε δύο γραφεία στο ίδιο κτίριο.
У нас два офиса в одном здании. · We have two offices in the same building.