Греческий словарь
с грамматикой

κτίζω

[ˈktizo]глаголB1

Значения

1
строить, возводить (здание, город и т.п.)
build, construct (a building, city, etc.) · κτίζω ένα σπίτι — строю дом
2
основывать, учреждать (город, общество и т.п.)
found, establish (a city, society, etc.) · κτίζω μια πόλη — основываю город
3
созидать, создавать (в переносном смысле)
build up, create (figuratively) · κτίζω το μέλλον — созидаю будущее

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κτίζω
εσύ
κτίζεις
αυτός
κτίζει
εμείς
κτίζουμε
εσείς
κτίζετε
αυτοί
κτίζουν
Аорист
εγώ
έκτισα
εσύ
έκτισες
αυτός
έκτισε
εμείς
κτίσαμε
εσείς
κτίσατε
αυτοί
έκτισαν
Будущее
εγώ
θα κτίσω
εσύ
θα κτίσεις
αυτός
θα κτίσει
εμείς
θα κτίσουμε
εσείς
θα κτίσετε
αυτοί
θα κτίσουν

Примеры

Κτίζουν ένα νέο νοσοκομείο στην περιοχή.
Они строят новую больницу в этом районе. · They are building a new hospital in the area.
Η πόλη κτίστηκε πριν από χίλια χρόνια.
Город был основан тысячу лет назад. · The city was founded a thousand years ago.
Θα κτίσουμε ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά μας.
Мы будем созидать лучшее будущее для наших детей. · We will build a better future for our children.
Έκτιζαν τις πέτρες με πολλή προσοχή.
Они аккуратно укладывали камни. · They carefully laid the stones.