κτήριο
[ˈktirio]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
здание, строение
building, structure · ένα μεγάλο κτήριο — большое здание
Грамматика
Ед. ч.
им.
το κτήριο
вин.
το κτήριο
род.
του κτηρίου
зват.
κτήριο
Мн. ч.
им.
τα κτήρια
вин.
τα κτήρια
род.
των κτηρίων
зват.
κτήρια
Примеры
Το κτήριο είναι πολύ παλιό.
Это здание очень старое. · The building is very old.
Ο μαθητής περπατά δίπλα στο κτήριο του σχολείου.
Ученик идёт рядом со школьным зданием. · The student walks next to the school building.
Τα κτήρια στο κέντρο της πόλης είναι σύγχρονα.
Здания в центре города современные. · The buildings in the city centre are modern.
Αγόρασε ένα κτήριο για το γραφείό του.
Он купил здание для своего офиса. · He bought a building for his office.