κρύσταλλος
[ˈkrista.los]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
кристалл (минерал)
crystal (mineral) · κρύσταλλος χιονιού — кристалл снега
2
хрусталь (стекло)
crystal (glass) · ποτήρι από κρύσταλλο — хрустальный стакан
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο κρύσταλλος
вин.
τον κρύσταλλο
род.
του κρυστάλλου
зват.
κρύσταλλε
Мн. ч.
им.
οι κρύσταλλοι
вин.
τους κρυστάλλους
род.
των κρυστάλλων
зват.
κρύσταλλοι
Примеры
Τα κρύσταλλα του πάγου λάμπουν στο φως.
Кристаллы льда сияют на солнце. · The ice crystals glisten in the light.
Αγόρασα ένα όμορφο ποτήρι από κρύσταλλο.
Я купил красивый хрустальный стакан. · I bought a beautiful crystal glass.
Ο κρύσταλλος έχει καθαρή δομή.
Кристалл имеет чёткую структуру. · The crystal has a clear structure.