Греческий словарь
с грамматикой

κρύπτη

[ˈkripti]существительноеη · женский родB1

Значения

1
крипта, подземное помещение в церкви
crypt, underground chamber in a church · κρύπτη στον ναό — крипта в церкви
2
могила, склеп
tomb, sepulcher · κρύπτη αρχαίου φιλοσόφου — крипта древнего философа

Грамматика

Ед. ч.
им.
η κρύπτη
вин.
την κρύπτη
род.
της κρύπτης
зват.
κρύπτη
Мн. ч.
им.
οι κρύπτες
вин.
τις κρύπτες
род.
των κρυπτών
зват.
κρύπτες

Примеры

Η κρύπτη του καθεδρικού είναι πολύ αρχαία.
Крипта собора очень древняя. · The crypt of the cathedral is very ancient.
Επισκεφθήκαμε την κρύπτη κατά τη διάρκεια του γύρου.
Мы посетили крипту во время экскурсии. · We visited the crypt during the tour.
Στις κρύπτες του μοναστηριού βρίσκονται τα λείψανα των αγίων.
В крипте монастыря находятся мощи святых. · In the monastery's crypt are the relics of saints.