Греческий словарь
с грамматикой

κρύβομαι

[ˈkrivome]глаголA2

Значения

1
прятаться, скрываться
to hide, to conceal oneself · κρύβομαι πίσω από το δέντρο — прячусь за деревом
2
скрываться (о чувствах, правде)
to be hidden, to lie concealed · η αλήθεια κρύβεται εδώ — правда скрывается здесь

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κρύβομαι
εσύ
κρύβεσαι
αυτός
κρύβεται
εμείς
κρυβόμαστε
εσείς
κρύβεστε
αυτοί
κρύβονται
Аорист
εγώ
κρύφθηκα
εσύ
κρύφθηκες
αυτός
κρύφθηκε
εμείς
κρυφθήκαμε
εσείς
κρυφθήκατε
αυτοί
κρύφθηκαν
Будущее
εγώ
θα κρυφθώ
εσύ
θα κρυφθείς
αυτός
θα κρυφθεί
εμείς
θα κρυφθούμε
εσείς
θα κρυφθείτε
αυτοί
θα κρυφθούν

Примеры

Τα παιδιά κρύβονται στον κήπο.
Дети прячутся в саду. · The children are hiding in the garden.
Κρύφθηκε πίσω από το καναπέ.
Он спрятался за диван. · He hid behind the sofa.
Δεν μπορώ να κρυφθώ από τα προβλήματα.
Я не могу скрыться от проблем. · I can't hide from my problems.
Κρύψου καλά, έρχομαι να σε βρω!
Прячься хорошенько, я иду тебя искать! · Hide well, I'm coming to find you!