Греческий словарь
с грамматикой

κρότταφος

[ˈkrotafos]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
висок (боковая часть головы)
temple (side of the head) · ο κρότταφος του κεφαλιού — висок головы

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο κρότταφος
вин.
τον κρότταφο
род.
του κρότταφου
зват.
κρότταφε
Мн. ч.
им.
οι κρόταφοι
вин.
τους κρότταφους
род.
των κροτάφων
зват.
κρόταφοι

Примеры

Χτύπησε το κεφάλι του στον κρότταφο.
Он ударился виском о стену. · He hit his temple against the wall.
Οι κρόταφοί του ήταν γκρίζοι.
Его виски поседели. · His temples were grey.
Δάχτυλα πάνω στους κρότταφους για συγκέντρωση.
Пальцы на висках помогают сосредоточиться. · Fingers on the temples help with concentration.