Греческий словарь
с грамматикой

κρυψώνι

[kriˈpsoni]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
укрытие, убежище, тайник
hiding place, hideout, refuge · ένα ασφαλές κρυψώνι — безопасное укрытие
2
логово (дикого животного)
lair, den (of a wild animal) · το κρυψώνι της αλεπούς — лисья нора

Грамматика

Ед. ч.
им.
το κρυψώνι
вин.
το κρυψώνι
род.
του κρυψωνίου
зват.
κρυψώνι
Мн. ч.
им.
τα κρυψώνια
вин.
τα κρυψώνια
род.
των κρυψωνίων
зват.
κρυψώνια

Примеры

Τα παιδιά βρήκαν ένα κρυψώνι στο δάσος.
Дети нашли убежище в лесу. · The children found a hideout in the forest.
Ο λαγός χρησιμοποιεί το κρυψώνι του για να φύγει από τους κυνηγούς.
Заяц использует свою нору, чтобы убежать от охотников. · The hare uses its burrow to escape from hunters.
Στα κρυψώνια της πόλης κρύβονταν πολλοί άνθρωποι.
Во многих укрытиях города скрывались люди. · Many people were hiding in the city's shelters.
Το κρυψώνι του αρκούδου ήταν βαθιά μέσα στο βουνό.
Берлога медведя была глубоко в горах. · The bear's den was deep in the mountains.