κρυσταλλώνω
[kristaˈlono]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB2
Значения
1
кристаллизоваться, кристаллизировать
to crystallize, to form into crystals · το νερό κρυσταλλώνει — вода кристаллизуется
2
приобретать четкую форму, твердеть
to take on definite form, to solidify, to crystallize (fig.) · οι ιδέες κρυσταλλώνονται — идеи приобретают четкую форму
Грамматика
Настоящее время
εγώ
κρυσταλλώνω
εσύ
κρυσταλλώνεις
αυτός
κρυσταλλώνει
εμείς
κρυσταλλώνουμε
εσείς
κρυσταλλώνετε
αυτοί
κρυσταλλώνουν
Аорист
εγώ
κρυσταλλώθηκα
εσύ
κρυσταλλώθηκες
αυτός
κρυσταλλώθηκε
εμείς
κρυσταλλώθηκαμε
εσείς
κρυσταλλώθηκατε
αυτοί
κρυσταλλώθηκαν
Будущее
εγώ
θα κρυσταλλωθώ
εσύ
θα κρυσταλλωθείς
αυτός
θα κρυσταλλωθεί
εμείς
θα κρυσταλλωθούμε
εσείς
θα κρυσταλλωθείτε
αυτοί
θα κρυσταλλωθούν
Примеры
Το αλάτι κρυσταλλώνεται όταν το νερό εξατμίζεται.
Соль кристаллизуется, когда вода испаряется. · Salt crystallizes when water evaporates.
Οι απόψεις του κρυσταλλώθηκαν μετά από πολλές συζητήσεις.
Его взгляды стали четче после многих дискуссий. · His views crystallized after many discussions.
Η στρατηγία της εταιρείας αρχίζει να κρυσταλλώνεται.
Стратегия компании начинает приобретать четкую форму. · The company's strategy is beginning to take shape.