Греческий словарь
с грамматикой

κρυπτογραφία

[kriptoɣraˈfia]существительноеη · женский родC1

Значения

1
криптография, наука о шифровании и дешифровании информации
cryptography, the science of encoding and decoding information · η κρυπτογραφία προστατεύει τα δεδομένα — криптография защищает данные
2
система шифрования, шифр
cipher, encryption system · αρχαία κρυπτογραφία — древний шифр

Грамматика

Ед. ч.
им.
η κρυπτογραφία
вин.
την κρυπτογραφία
род.
της κρυπτογραφίας
зват.
κρυπτογραφία
Мн. ч.
им.
οι κρυπτογραφίες
вин.
τις κρυπτογραφίες
род.
των κρυπτογραφιών
зват.
κρυπτογραφίες

Примеры

Η κρυπτογραφία είναι απαραίτητη για την ασφάλεια στο διαδίκτυο.
Криптография необходима для безопасности в интернете. · Cryptography is essential for security on the internet.
Οι αρχαίοι Ελληνες χρησιμοποίησαν κρυπτογραφία στις στρατιωτικές επικοινωνίες.
Древние греки использовали шифрование в военных коммуникациях. · The ancient Greeks used cryptography in military communications.
Η σύγχρονη κρυπτογραφία βασίζεται σε μαθηματικές αρχές.
Современная криптография основана на математических принципах. · Modern cryptography is based on mathematical principles.
Χωρίς κρυπτογραφίες δεν θα ήταν ασφαλές το ηλεκτρονικό εμπόριο.
Без шифрования электронная коммерция была бы небезопасна. · Without encryption, e-commerce would not be secure.