κρυολογώ
[krjoloˈɣo]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B1
Значения
1
жаловаться, ныть, ворчать
to complain, to whine, to grumble · κρυολογάει συνέχεια — постоянно ноет
Грамматика
Настоящее время
εγώ
κρυολογώ
εσύ
κρυολογάς
αυτός
κρυολογάει
εμείς
κρυολογούμε
εσείς
κρυολογάτε
αυτοί
κρυολογάνε
Аорист
εγώ
κρυολόγησα
εσύ
κρυολόγησες
αυτός
κρυολόγησε
εμείς
κρυολογήσαμε
εσείς
κρυολογήσατε
αυτοί
κρυολόγησαν
Будущее
εγώ
θα κρυολογώ
εσύ
θα κρυολογάς
αυτός
θα κρυολογάει
εμείς
θα κρυολογούμε
εσείς
θα κρυολογάτε
αυτοί
θα κρυολογάνε
Примеры
Πάντα κρυολογάει για τη δουλειά του.
Он постоянно ноет по поводу своей работы. · He is always complaining about his job.
Δεν πρέπει να κρυολογάς τόσο πολύ.
Не следует так много ворчать. · You shouldn't grumble so much.
Κρυολόγησε για το κρύο όλη τη νύχτα.
Он ныл из-за холода всю ночь. · He whined about the cold all night.
Θα κρυολογώ αν δεν μου αρέσει το φαγητό;
Буду я ворчать, если мне не понравится еда? · Will I complain if I don't like the food?