Греческий словарь
с грамматикой

κρούω

[ˈkruo]глаголгруппа А (безударное -ω)A2

Значения

1
стучать, постучать
knock, tap, strike · κρούω την πόρτα — стучу в дверь
2
ударять, наносить удар
hit, strike, deal a blow · κρούω μέ το ρόπαλο — ударяю палкой

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κρούω
εσύ
κρούεις
αυτός
κρούει
εμείς
κρούμε
εσείς
κρούετε
αυτοί
κρούουν
Аорист
εγώ
έκρουσα
εσύ
έκρουσες
αυτός
έκρουσε
εμείς
κρούσαμε
εσείς
κρούσατε
αυτοί
έκρουσαν
Будущее
εγώ
θα κρούσω
εσύ
θα κρούσεις
αυτός
θα κρούσει
εμείς
θα κρούσουμε
εσείς
θα κρούσετε
αυτοί
θα κρούσουν

Примеры

Κρούω την πόρτα και περιμένω.
Я стучу в дверь и жду. · I knock on the door and wait.
Έκρουσε το κουδούνι τρεις φορές.
Он трижды позвонил в звонок. · He rang the bell three times.
Κρούε πιο δυνατά, δεν ακούω.
Стучи громче, я не слышу. · Knock louder, I can't hear.