Греческий словарь
с грамматикой

κροκόδειλος

[krokoˈðilos]существительноеο · мужской родA1

Значения

1
крокодил
crocodile · ένα ζώο με αιχμηρά δόντια — животное с острыми зубами

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο κροκόδειλος
вин.
τον κροκόδειλο
род.
του κροκοδείλου
зват.
κροκόδειλε
Мн. ч.
им.
οι κροκόδειλοι
вин.
τους κροκοδίλους
род.
των κροκοδίλων
зват.
κροκόδειλοι

Примеры

Ο κροκόδειλος ζει στα τροπικά νερά.
Крокодил живёт в тропических водах. · The crocodile lives in tropical waters.
Είδα έναν κροκόδειλο στο ζωολογικό κήπο.
Я видел крокодила в зоопарке. · I saw a crocodile at the zoo.
Οι κροκόδειλοι είναι επικίνδυνα ζώα.
Крокодилы — опасные животные. · Crocodiles are dangerous animals.