Греческий словарь
с грамматикой

κριτήριο

[kriˈtirio]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
критерий, мерило, показатель
criterion, standard, measure · κριτήριο αξιολόγησης — критерий оценки
2
признак, показатель
indicator, sign · κριτήριο επιτυχίας — показатель успеха

Грамматика

Ед. ч.
им.
το κριτήριο
вин.
το κριτήριο
род.
του κριτηρίου
зват.
κριτήριο
Мн. ч.
им.
τα κριτήρια
вин.
τα κριτήρια
род.
των κριτηρίων
зват.
κριτήρια

Примеры

Το κριτήριο επιλογής είναι η εμπειρία.
Критерием отбора является опыт. · The selection criterion is experience.
Τα κριτήρια αξιολόγησης είναι πολύ αυστηρά.
Критерии оценки очень строгие. · The evaluation criteria are very strict.
Ποιο είναι το κυριότερο κριτήριο για αυτήν την απόφαση;
Какой главный критерий для этого решения? · What is the main criterion for this decision?
Βάσει του κριτηρίου της ποιότητας επιλέξαμε τα καλύτερα.
По критерию качества мы выбрали лучшие. · Based on the quality criterion, we chose the best.