κρησφύγετο
[krɛsˈfiʝɛto]существительноеτο · средний родC1
Значения
1
убежище, последний приют (архаич.)
refuge, last resort (archaic) · τελευταίο καταφύγιο — последнее убежище
Грамматика
Ед. ч.
им.
το κρησφύγετο
вин.
το κρησφύγετο
род.
του κρησφύγετου
зват.
κρησφύγετο
Мн. ч.
им.
τα κρησφύγετα
вин.
τα κρησφύγετα
род.
των κρησφυγέτων
зват.
κρησφύγετα
Примеры
Το κρησφύγετο ήταν το τελευταίο μέσο σωτηρίας.
Убежище было последним средством спасения. · The refuge was the last means of salvation.
Έψαχνε κρησφύγετο στην πολιτική.
Он искал убежище в политике. · He sought refuge in politics.