Греческий словарь
с грамматикой

κρεμάω

[kreˈmaːo]глаголA2

Значения

1
вешать, подвешивать
to hang, to suspend · κρεμάω το παλτό — вешаю пальто
2
зависеть, быть в подвешенном состоянии
to hang, to dangle, to be suspended · το σχοινί κρεμάει — верёвка висит

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κρεμάω
εσύ
κρεμάς
αυτός
κρεμάει
εμείς
κρεμάμε
εσείς
κρεμάτε
αυτοί
κρεμάνε
Аорист
εγώ
κρέμασα
εσύ
κρέμασες
αυτός
κρέμασε
εμείς
κρεμάσαμε
εσείς
κρεμάσατε
αυτοί
κρέμασαν
Будущее
εγώ
θα κρεμάσω
εσύ
θα κρεμάσεις
αυτός
θα κρεμάσει
εμείς
θα κρεμάσουμε
εσείς
θα κρεμάσετε
αυτοί
θα κρεμάσουν

Примеры

Κρεμάω τα ρούχα στο σχοινί.
Я вешаю одежду на верёвку. · I hang the clothes on the line.
Το φανάρι κρεμάει από το потолок.
Люстра висит с потолка. · The chandelier hangs from the ceiling.
Κρέμασαν τα πορτρέτα στο τοίχο.
Они повесили портреты на стену. · They hung the portraits on the wall.
Θα κρεμάσουμε τις διακοσμήσεις αύριο.
Мы повесим украшения завтра. · We will hang the decorations tomorrow.