κρεβατοκάμαρα
[krevɐtɔˈkɐmɐrɐ]существительноеη · женский родA2
Значения
1
спальня
bedroom · το δωμάτιο με το κρεβάτι — комната с кроватью
Грамматика
Ед. ч.
им.
η κρεβατοκάμαρα
вин.
την κρεβατοκάμαρα
род.
της κρεβατοκάμαρας
зват.
κρεβατοκάμαρα
Мн. ч.
им.
οι κρεβατοκάμαρες
вин.
τις κρεβατοκάμαρες
род.
των κρεβατοκάμαρων
зват.
κρεβατοκάμαρες
Примеры
Η κρεβατοκάμαρά μας είναι πολύ μεγάλη.
Наша спальня очень большая. · Our bedroom is very large.
Θέλω να βάψω την κρεβατοκάμαρα.
Я хочу покрасить спальню. · I want to paint the bedroom.
Στις κρεβατοκάμαρες υπάρχουν παράθυρα.
В спальнях есть окна. · There are windows in the bedrooms.