κραυγή
[kraˈvi]существительноеη · женский родA2
Значения
1
крик, громкий голос
cry, shout, loud voice · μια δυνατή κραυγή — громкий крик
2
возглас, восклицание
outcry, exclamation · κραυγή αγανάκτησης — возглас возмущения
Грамматика
Ед. ч.
им.
η κραυγή
вин.
την κραυγή
род.
της κραυγής
зват.
κραυγή
Мн. ч.
им.
οι κραυγές
вин.
τις κραυγές
род.
των κραυγών
зват.
κραυγές
Примеры
Ακούσαμε τις κραυγές των παιδιών στο πάρκο.
Мы услышали крики детей в парке. · We heard the children's shouts in the park.
Με μια δυνατή κραυγή έσωσε τη ζωή του φίλου του.
Громким криком он спас жизнь своего друга. · With a loud shout he saved his friend's life.
Η κραυγή του ήταν τόσο δυνατή που όλοι γύρισαν.
Его крик был таким громким, что все обернулись. · His cry was so loud that everyone turned around.
Μια κραυγή διαμαρτυρίας ξέσπασε από το πλήθος.
Из толпы раздался возглас протеста. · A cry of protest erupted from the crowd.