Греческий словарь
с грамматикой

κραυγάζω

[kravˈɣazo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
кричать, вопить
to shout, to cry out · κραυγάζει δυνατά — громко кричит
2
выкрикивать, произносить громко
to shout out, to call out · κραυγάζει τ' όνομά του — выкрикивает его имя

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κραυγάζω
εσύ
κραυγάζεις
αυτός
κραυγάζει
εμείς
κραυγάζουμε
εσείς
κραυγάζετε
αυτοί
κραυγάζουν
Аорист
εγώ
κραύγασα
εσύ
κράυγασες
αυτός
κράυγασε
εμείς
κραυγάσαμε
εσείς
κραυγάσατε
αυτοί
κράυγασαν
Будущее
εγώ
θα κραυγάσω
εσύ
θα κραυγάσεις
αυτός
θα κραυγάσει
εμείς
θα κραυγάσουμε
εσείς
θα κραυγάσετε
αυτοί
θα κραυγάσουν

Примеры

Το παιδί κραυγάζει στην αυλή.
Ребёнок кричит во дворе. · The child is shouting in the yard.
Κραύγασε το όνομά μας στο πλήθος.
Он выкрикнул наше имя в толпе. · He called out our name to the crowd.
Τα πουλιά κραυγάζουν κάθε πρωί.
Птицы кричат каждое утро. · The birds cry out every morning.
Θα κραυγάσουν και θα ζητήσουν βοήθεια.
Они будут кричать и просить помощи. · They will shout and call for help.