Греческий словарь
с грамматикой

κρατώ

[kraˈto]глаголA1

Значения

1
держать (в руках)
to hold, to grip · κρατώ το χέρι σου — держу твою руку
2
владеть, контролировать
to control, to rule, to keep · κρατώ την εξουσία — держу власть
3
длиться, продолжаться
to last, to continue · η συναυλία κρατά δύο ώρες — концерт длится два часа

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κρατώ
εσύ
κρατάς
αυτός
κρατά
εμείς
κρατάμε
εσείς
κρατάτε
αυτοί
κρατούν
Аорист
εγώ
έκρατησα
εσύ
έκρατησες
αυτός
έκρατησε
εμείς
κρατήσαμε
εσείς
κρατήσατε
αυτοί
έκρατησαν
Будущее
εγώ
θα κρατήσω
εσύ
θα κρατήσεις
αυτός
θα κρατήσει
εμείς
θα κρατήσουμε
εσείς
θα κρατήσετε
αυτοί
θα κρατήσουν

Примеры

Κράτα το κούπι σταθερά.
Держи чашку крепко. · Hold the cup firmly.
Ο πρόεδρος κρατά την εξουσία για πέντε χρόνια.
Президент держит власть пять лет. · The president holds power for five years.
Το παιχνίδι κράτησε μέχρι τα μεσάνυχτα.
Игра длилась до полуночи. · The game lasted until midnight.
Κρατήστε τη σιωπή σας.
Держите молчание. · Keep your silence.