Греческий словарь
с грамматикой

κρατιέμαι

[kraˈtjɛmɛ]глаголB1

Значения

1
держаться, крепко держаться (за что-либо)
to hold on, to grip, to cling (to something) · κρατιέμαι από το κιγκλίδωμα — держаться за ограду
2
сдерживаться, контролировать себя
to control oneself, to restrain oneself · κρατιέμαι και δεν τσακώνομαι — держу себя в руках и не ссорюсь
3
продолжать, сохранять (традицию, обычай)
to maintain, to keep up (a tradition, custom) · κρατιέμαι την παράδοση — придерживаюсь традиции

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κρατιέμαι
εσύ
κρατιέσαι
αυτός
κρατιέται
εμείς
κρατιόμαστε
εσείς
κρατιέστε
αυτοί
κρατιούνται
Аорист
εγώ
κρατήθηκα
εσύ
κρατήθηκες
αυτός
κρατήθηκε
εμείς
κρατηθήκαμε
εσείς
κρατηθήκατε
αυτοί
κρατήθηκαν
Будущее
εγώ
θα κρατηθώ
εσύ
θα κρατηθείς
αυτός
θα κρατηθεί
εμείς
θα κρατηθούμε
εσείς
θα κρατηθείτε
αυτοί
θα κρατηθούν

Примеры

Κρατιέμαι σταθερά από το σχοινί.
Я крепко держусь за верёвку. · I hold firmly to the rope.
Πρέπει να κρατηθούμε ήσυχοι τώρα.
Нам нужно сейчас держать себя спокойно. · We need to stay calm now.
Οι γέροι κρατιούνται πολλές παλιές συνήθειες.
Старики сохраняют много старых привычек. · The elderly maintain many old habits.
Κρατήθηκε και δεν έκανε τίποτα.
Он сдержался и ничего не сделал. · He restrained himself and did nothing.