Греческий словарь
с грамматикой

κρατητήριο

[kratitˈirio]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
задержание, содержание под стражей
detention, custody · το κρατητήριο των συλληφθέντων — задержание арестованных
2
следственный изолятор, место задержания
holding cell, detention facility · στο κρατητήριο της αστυνομίας — в полицейском изоляторе

Грамматика

Ед. ч.
им.
το κρατητήριο
вин.
το κρατητήριο
род.
του κρατητηρίου
зват.
κρατητήριο
Мн. ч.
им.
τα κρατητήρια
вин.
τα κρατητήρια
род.
των κρατητηρίων
зват.
κρατητήρια

Примеры

Ο συλληφθείς παρέμεινε στο κρατητήριο για δύο μέρες.
Задержанный оставался в изоляторе два дня. · The detainee remained in custody for two days.
Τα κρατητήρια της αστυνομίας είναι συχνά υπερπληρωμένα.
Полицейские изоляторы часто переполнены. · Police holding cells are often overcrowded.
Κατέληξε στο κρατητήριο λόγω παράβασης της δικαστικής απόφασης.
Он попал в задержание из-за нарушения судебного постановления. · He ended up in detention for violating the court order.