Греческий словарь
с грамматикой

κρατάω

[kraˈtaː]глаголA1

Значения

1
держать (в руках)
hold, grasp · κρατώ το παιδί — я держу ребёнка
2
держать власть, править
hold power, rule · κρατά την εξουσία — он держит власть
3
владеть, обладать
possess, own · κρατώ μια θέση — я занимаю должность
4
удерживать, сдерживать
keep, maintain · κρατώ απόσταση — я держу дистанцию

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κρατώ
εσύ
κρατάς
αυτός
κρατά
εμείς
κρατάμε
εσείς
κρατάτε
αυτοί
κρατάν
Аорист
εγώ
έκρατησα
εσύ
έκρατησες
αυτός
έκρατησε
εμείς
κρατήσαμε
εσείς
κρατήσατε
αυτοί
έκρατησαν
Будущее
εγώ
θα κρατήσω
εσύ
θα κρατήσεις
αυτός
θα κρατήσει
εμείς
θα κρατήσουμε
εσείς
θα κρατήσετε
αυτοί
θα κρατήσουν

Примеры

Κράτα σφιχτά το χέρι μου.
Держи крепче мою руку. · Hold my hand tightly.
Ο πρόεδρος κρατά την εξουσία δέκα χρόνια.
Президент держит власть уже десять лет. · The president has held power for ten years.
Κρατήσαμε ένα τραπέζι στο εστιατόριο.
Мы забронировали столик в ресторане. · We reserved a table at the restaurant.
Κρατάει απόσταση από τους άλλους.
Он держит дистанцию от других. · He keeps his distance from others.