κραγγιάζω
[kraˈŋɡjazo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
кричать громко, вопить
to shout loudly, to cry out · κραγγιάζει από πόνο — кричит от боли
2
вопить, издавать громкие звуки (о животных, птицах)
to screech, to cry out (of birds, animals) · ο αετός κραγγιάζει — орёл кричит
Грамматика
Настоящее время
εγώ
κραγγιάζω
εσύ
κραγγιάζεις
αυτός
κραγγιάζει
εμείς
κραγγιάζουμε
εσείς
κραγγιάζετε
αυτοί
κραγγιάζουν
Аорист
εγώ
κράγγιαξα
εσύ
κράγγιαξες
αυτός
κράγγιαξε
εμείς
κραγγιάξαμε
εσείς
κραγγιάξατε
αυτοί
κράγγιαξαν
Будущее
εγώ
θα κράγγιαξω
εσύ
θα κράγγιαξεις
αυτός
θα κράγγιαξει
εμείς
θα κραγγιάξουμε
εσείς
θα κραγγιάξετε
αυτοί
θα κράγγιαξουν
Примеры
Το παιδί κραγγιάζει γιατί έχει πόνο.
Ребёнок кричит, потому что ему больно. · The child is screaming because he is in pain.
Κράγγιαξε δυνατά όταν είδε το ποντίκι.
Она вопила громко, когда увидела мышку. · She shrieked loudly when she saw the mouse.
Τα πουλιά κραγγιάζουν κάθε πρωί.
Птицы кричат каждое утро. · The birds screech every morning.
Θα κράγγιαξε αν τον έπιανες.
Он бы вопил, если бы ты его схватил. · He would have yelled if you had grabbed him.