Греческий словарь
с грамматикой

κρίνω

[ˈkrino]глаголB1

Значения

1
судить, выносить приговор
to judge, to pass judgment · κρίνω τον κατηγορούμενο — судить подсудимого
2
считать, полагать, оценивать
to consider, to regard, to deem · κρίνω ότι είναι σωστό — считаю, что это правильно
3
различать, отличать
to distinguish, to discern · κρίνω το καλό από το κακό — различать добро и зло

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κρίνω
εσύ
κρίνεις
αυτός
κρίνει
εμείς
κρίνουμε
εσείς
κρίνετε
αυτοί
κρίνουν
Аорист
εγώ
έκρινα
εσύ
έκρινες
αυτός
έκρινε
εμείς
κρίναμε
εσείς
κρίνατε
αυτοί
έκριναν
Будущее
εγώ
θα κρίνω
εσύ
θα κρίνεις
αυτός
θα κρίνει
εμείς
θα κρίνουμε
εσείς
θα κρίνετε
αυτοί
θα κρίνουν

Примеры

Ο δικαστής έκρινε τον κατηγορούμενο ένοχο.
Судья признал обвиняемого виновным. · The judge found the defendant guilty.
Κρίνω ότι αυτή η απόφαση είναι δίκαιη.
Я считаю, что это решение справедливо. · I think this decision is fair.
Δύσκολα κρίνουμε τις προθέσεις των άλλων.
Нам трудно судить об истинных намерениях других. · It is hard for us to judge others' true intentions.
Θα κριθεί αύριο από τα δικαστήρια.
Завтра его дело будет рассмотрено судом. · Tomorrow the court will rule on the case.