κράζω
[ˈkrazo]глаголгруппа А (безударное -ω)A2
Значения
1
кричать, кричу, издавать громкий звук
to shout, to cry out, to make a loud noise · κράζει δυνατά — кричит громко
2
каркать (о вороне)
to caw (of a crow) · το κοράκι κράζει — ворона каркает
Грамматика
Настоящее время
εγώ
κράζω
εσύ
κράζεις
αυτός
κράζει
εμείς
κράζουμε
εσείς
κράζετε
αυτοί
κράζουν
Аорист
εγώ
έκραξα
εσύ
έκραξες
αυτός
έκραξε
εμείς
κράξαμε
εσείς
κράξατε
αυτοί
έκραξαν
Будущее
εγώ
θα κράξω
εσύ
θα κράξεις
αυτός
θα κράξει
εμείς
θα κράξουμε
εσείς
θα κράξετε
αυτοί
θα κράξουν
Примеры
Το παιδί κράζει γιατί θέλει νερό.
Ребёнок кричит, потому что хочет воды. · The child is shouting because he wants water.
Χτες έκραξα ένα αυτοκίνητο στο δρόμο.
Вчера я крикнул таксисту на улице. · Yesterday I shouted to a taxi driver in the street.
Τα κοράκια κράζουν κάθε πρωί.
Вороны каркают каждое утро. · The crows caw every morning.
Κράξε δυνατά για να σε ακούσω!
Кричи громче, чтобы я тебя услышал! · Shout louder so I can hear you!