Греческий словарь
с грамматикой

κούω

[ˈkuo]глаголC1

Значения

1
слышать (архаичное/поэтическое)
to hear (archaic/poetic) · κούω τη φωνή του — слышу его голос

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κούω
εσύ
κούς
αυτός
κούει
εμείς
κούμε
εσείς
κούτε
αυτοί
κούν
Аорист
εγώ
ήκουσα
εσύ
ήκουσες
αυτός
ήκουσε
εμείς
ήκουσαμε
εσείς
ήκουσατε
αυτοί
ήκουσαν
Будущее
εγώ
θα κούσω
εσύ
θα κούσεις
αυτός
θα κούσει
εμείς
θα κούσουμε
εσείς
θα κούσετε
αυτοί
θα κούσουν

Примеры

Στην αρχαία ποίηση, ο ποιητής κούει τους θεούς.
В древней поэзии поэт слышит богов. · In ancient poetry, the poet hears the gods.
Ήκουσες τι είπα χθες;
Ты слышал, что я сказал вчера? · Did you hear what I said yesterday?
Κούοντας τα λόγια του, έγινε σοφός.
Слушая его слова, он стал мудрым. · By hearing his words, he became wise.