κουτσομπόλης
[kutsoˈmbolis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
сплетник, любитель сплетен
gossip, gossip-monger · άνθρωπος που λέει κουτσομπολιές — человек, который рассказывает сплетни
Грамматика
Ед. ч.
им.
o κουτσομπόλης
вин.
τον κουτσομπόλη
род.
του κουτσομπόλη
зват.
κουτσομπόλη
Мн. ч.
им.
οι κουτσομπόληδες
вин.
τους κουτσομπόληδες
род.
των κουτσομπόληδων
зват.
κουτσομπόληδες
Примеры
Ο κουτσομπόλης της γειτονιάς ξέρει όλα τα μυστικά.
Местный сплетник знает все секреты. · The neighbourhood gossip knows all the secrets.
Δεν πιστεύω τίποτα που λέει αυτός ο κουτσομπόλης.
Я не верю ничему, что говорит этот сплетник. · I don't believe anything that gossip-monger says.
Οι κουτσομπόληδες της πόλης έχουν πολλά να πουν.
У местных сплетников есть о чём рассказать. · The town's gossips have plenty to say.