Греческий словарь
с грамматикой

κουνώ

[kuˈno]глаголA1

Значения

1
качать, махать
to shake, to wave · κουνώ το κεφάλι — качаю голову
2
двигаться (о части тела или предмете)
to move, to wiggle · κουνά το ουρά — машет хвостом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κουνώ
εσύ
κουνάς
αυτός
κουνά
εμείς
κουνάμε
εσείς
κουνάτε
αυτοί
κουνάνε
Аорист
εγώ
κούνησα
εσύ
κούνησες
αυτός
κούνησε
εμείς
κουνήσαμε
εσείς
κουνήσατε
αυτοί
κούνησαν
Будущее
εγώ
θα κουνήσω
εσύ
θα κουνήσεις
αυτός
θα κουνήσει
εμείς
θα κουνήσουμε
εσείς
θα κουνήσετε
αυτοί
θα κουνήσουν

Примеры

Ο σκύλος κουνά το ουρά του.
Собака машет хвостом. · The dog wags its tail.
Κούνησα το κεφάλι για να πω όχι.
Я качнул головой, чтобы отказать. · I shook my head to say no.
Θα κουνήσουμε τα χέρια προς τον ουρανό.
Мы поднимем руки к небу. · We will raise our hands to the sky.
Κουνάτε αργά, παιδιά.
Качайтесь медленно, ребята. · Sway gently, children.