Греческий словарь
с грамматикой

κουνάω

[kuˈnaːo]глаголA1

Значения

1
качать, колебать, раскачивать
to shake, to move back and forth, to wag · κουνάω το κεφάλι — качаю голову
2
двигать, шевелить
to move, to stir · κουνάω το χέρι — махаю рукой

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κουνάω
εσύ
κουνάς
αυτός
κουνάει
εμείς
κουνάμε
εσείς
κουνάτε
αυτοί
κουνάνε
Аорист
εγώ
κούνησα
εσύ
κούνησες
αυτός
κούνησε
εμείς
κουνήσαμε
εσείς
κουνήσατε
αυτοί
κούνησαν
Будущее
εγώ
θα κουνήσω
εσύ
θα κουνήσεις
αυτός
θα κουνήσει
εμείς
θα κουνήσουμε
εσείς
θα κουνήσετε
αυτοί
θα κουνήσουν

Примеры

Ο σκύλος κουνάει την ουρά του.
Собака виляет хвостом. · The dog wags its tail.
Κούνησε το κεφάλι της για να πει όχι.
Она покачала головой, чтобы сказать «нет». · She shook her head to say no.
Μην κουνάς τόσο πολύ το ποτήρι!
Не трясите так сильно стакан! · Don't shake the glass so much!
Τα δέντρα κουνιούνται από τον αέρα.
Деревья колеблются от ветра. · The trees sway in the wind.