Греческий словарь
с грамматикой

κουδούνισμα

[kuˈðunizma]существительноеτο · средний родA2

Значения

1
звон колокола, звонок
ringing of a bell, bell sound · το κουδούνισμα της εκκλησίας — звон церковного колокола
2
звонок (электрический)
electric bell, doorbell · άκουσα το κουδούνισμα της πόρτας — услышал звонок входной двери

Грамматика

Ед. ч.
им.
το κουδούνισμα
вин.
το κουδούνισμα
род.
του κουδουνίσματος
зват.
κουδούνισμα
Мн. ч.
им.
τα κουδουνίσματα
вин.
τα κουδουνίσματα
род.
των κουδουνισμάτων
зват.
κουδουνίσματα

Примеры

Το κουδούνισμα της εκκλησίας ακούστηκε όλη την πόλη.
Звон церковного колокола слышался по всему городу. · The church bell's ringing was heard all over the city.
Άκουσα ένα δυνατό κουδούνισμα στην πόρτα.
Я услышал громкий звонок у двери. · I heard a loud doorbell ring.
Τα κουδουνίσματα του ναού είναι πολύ όμορφα.
Звоны храма очень красивы. · The temple bells are very beautiful.