κουδουνίζω
[kuðuˈnizo]глаголгруппа А (безударное -ω)A2
Значения
1
звенеть, издавать звон
to ring, to jingle · το κουδούνι κουδουνίζει — колокольчик звенит
2
позвонить (в звонок, на дверь)
to ring (a bell, doorbell) · κουδουνίζω το κουδούνι της πόρτας — звоню в дверной звонок
Грамматика
Настоящее время
εγώ
κουδουνίζω
εσύ
κουδουνίζεις
αυτός
κουδουνίζει
εμείς
κουδουνίζουμε
εσείς
κουδουνίζετε
αυτοί
κουδουνίζουν
Аорист
εγώ
κούδουνισα
εσύ
κούδουνισες
αυτός
κούδουνισε
εμείς
κουδουνίσαμε
εσείς
κουδουνίσατε
αυτοί
κούδουνισαν
Будущее
εγώ
θα κουδουνίσω
εσύ
θα κουδουνίσεις
αυτός
θα κουδουνίσει
εμείς
θα κουδουνίσουμε
εσείς
θα κουδουνίσετε
αυτοί
θα κουδουνίσουν
Примеры
Το κουδούνι της πόρτας κουδουνίζει δυνατά.
Дверной звонок громко звенит. · The doorbell is ringing loudly.
Κούδουνισα την πόρτα τρεις φορές.
Я позвонил в дверь три раза. · I rang the door three times.
Τα κουδούνια κουδουνίζουν στην εκκλησία.
Колокола звонят в церкви. · The bells are ringing in the church.
Θα κουδουνίσω όταν φτάσω.
Позвоню, когда приду. · I'll ring when I arrive.