κουβεντούλα
[kuvenˈtula]существительноеη · женский родA2
Значения
1
беседа, разговор (обычно лёгкий, непринужденный)
chat, conversation (typically casual, relaxed) · κάνουμε μια κουβεντούλα — ведём беседу
2
разговорчик, сплетня
gossip, piece of talk · κουβεντούλες του χωριού — деревенские сплетни
Грамматика
Ед. ч.
им.
η κουβεντούλα
вин.
την κουβεντούλα
род.
της κουβεντούλας
зват.
κουβεντούλα
Мн. ч.
им.
οι κουβεντούλες
вин.
τις κουβεντούλες
род.
των κουβεντούλων
зват.
κουβεντούλες
Примеры
Ήταν καθισμένοι και έκαναν μια χαλαρή κουβεντούλα.
Они сидели и вели непринужденный разговор. · They were sitting and having a relaxed chat.
Τις κουβεντούλες του χωριού τις ξέρει όλος ο κόσμος.
Все знают местные сплетни. · Everyone knows the village gossip.
Μας αρέσει να κάνουμε κουβεντούλες για διάφορα θέματα.
Нам нравится разговаривать о разных темах. · We like to chat about various topics.
Σταμάτησαν την κουβεντούλα όταν ήρθε ο δάσκαλος.
Они прекратили разговор, когда пришел учитель. · They stopped chatting when the teacher arrived.