Греческий словарь
с грамматикой

κουβεντιάζω

[kuβenˈtjazo]глаголA2

Значения

1
разговаривать, беседовать
to chat, to have a conversation · κουβεντιάζω με φίλους — беседую с друзьями
2
обсуждать, говорить о чём-либо
to discuss, to talk about something · κουβεντιάζουν για τα προβλήματα — обсуждают проблемы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κουβεντιάζω
εσύ
κουβεντιάζεις
αυτός
κουβεντιάζει
εμείς
κουβεντιάζουμε
εσείς
κουβεντιάζετε
αυτοί
κουβεντιάζουν
Аорист
εγώ
κουβεντίασα
εσύ
κουβεντίασες
αυτός
κουβεντίασε
εμείς
κουβεντιάσαμε
εσείς
κουβεντιάσατε
αυτοί
κουβεντίασαν
Будущее
εγώ
θα κουβεντιάσω
εσύ
θα κουβεντιάσεις
αυτός
θα κουβεντιάσει
εμείς
θα κουβεντιάσουμε
εσείς
θα κουβεντιάσετε
αυτοί
θα κουβεντιάσουν

Примеры

Κουβεντιάζαμε για τις διακοπές χθες.
Вчера мы с ним обсуждали отпуск. · Yesterday we were chatting about vacation.
Κουβεντιάζει με τη μητέρα της κάθε πρωί.
Каждое утро она беседует со своей матерью. · She talks with her mother every morning.
Θα κουβεντιάσουν για τα νέα σχέδια.
Они обсудят новые планы. · They will discuss the new plans.
Κουβεντίασε λίγο κι άρχισε να κλαίει.
Он немного поговорил и начал плакать. · He chatted for a bit and started crying.