Греческий словарь
с грамматикой

κουβαλώ

[kuvaˈlo]глаголA2

Значения

1
носить, нести (груз, тяжелый предмет)
to carry, to bear (a load, heavy object) · κουβαλάει μεγάλα κουτιά — несет большие коробки
2
таскать, возить (туда-сюда)
to haul, to cart around · κουβαλούν πέτρες — таскают камни

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κουβαλώ
εσύ
κουβαλάς
αυτός
κουβαλάει
εμείς
κουβαλάμε
εσείς
κουβαλάτε
αυτοί
κουβαλάνε
Аорист
εγώ
κουβάλησα
εσύ
κουβάλησες
αυτός
κουβάλησε
εμείς
κουβαλήσαμε
εσείς
κουβαλήσατε
αυτοί
κουβάλησαν
Будущее
εγώ
θα κουβαλώ
εσύ
θα κουβαλάς
αυτός
θα κουβαλάει
εμείς
θα κουβαλάμε
εσείς
θα κουβαλάτε
αυτοί
θα κουβαλάνε

Примеры

Κουβαλάει τις σακούλες από το αυτοκίνητο.
Он носит сумки из машины. · He's carrying the bags from the car.
Κουβάλησαν όλα τα έπιπλα σε ένα λεπτό.
Они перетащили всю мебель за минуту. · They hauled all the furniture away in a minute.
Θα κουβαλώ αυτές τις σανίδες μόνος μου.
Я буду нести эти доски сам. · I'll carry these boards by myself.
Κουβάλα αυτό το상자 προσεκτικά.
Неси эту коробку осторожно. · Carry that box carefully.