Греческий словарь
с грамматикой

κοστίζω

[kosˈtizo]глаголA1

Значения

1
стоить (иметь цену)
to cost, to be priced at · Πόσο κοστίζει; — Сколько это стоит?
2
обходиться (требовать затрат, жертв)
to cost (to require sacrifice or effort) · Αυτό κοστίζει πολλά. — Это требует больших жертв.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κοστίζω
εσύ
κοστίζεις
αυτός
κοστίζει
εμείς
κοστίζουμε
εσείς
κοστίζετε
αυτοί
κοστίζουν
Аорист
εγώ
κόστισα
εσύ
κόστισες
αυτός
κόστισε
εμείς
κοστίσαμε
εσείς
κοστίσατε
αυτοί
κόστισαν
Будущее
εγώ
θα κοστίσω
εσύ
θα κοστίσεις
αυτός
θα κοστίσει
εμείς
θα κοστίσουμε
εσείς
θα κοστίσετε
αυτοί
θα κοστίσουν

Примеры

Πόσο κοστίζει αυτό το βιβλίο;
Сколько стоит эта книга? · How much does this book cost?
Ο καφές κοστίζει δύο ευρώ.
Кофе стоит два евро. · The coffee costs two euros.
Αυτή η απόφαση τον κόστισε τη δουλειά του.
Это решение ему стоило его работы. · That decision cost him his job.
Θα κοστίσει πολλά χρήματα να φτιάξουμε το σπίτι.
Ремонт дома будет стоить больших денег. · It will cost a lot of money to renovate the house.