κοσμώ
[koˈzmo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1
Значения
1
украшать, декорировать
to decorate, to adorn · κοσμώ το σπίτι με λουλούδια — украшаю дом цветами
2
упорядочивать, приводить в порядок
to arrange, to put in order · κοσμώ τα έπιπλα στο δωμάτιο — расставляю мебель в комнате
Грамматика
Настоящее время
εγώ
κοσμώ
εσύ
κοσμείς
αυτός
κοσμεί
εμείς
κοσμούμε
εσείς
κοσμείτε
αυτοί
κοσμούν
Аорист
εγώ
κόσμησα
εσύ
κόσμησες
αυτός
κόσμησε
εμείς
κοσμήσαμε
εσείς
κοσμήσατε
αυτοί
κόσμησαν
Будущее
εγώ
θα κοσμήσω
εσύ
θα κοσμήσεις
αυτός
θα κοσμήσει
εμείς
θα κοσμήσουμε
εσείς
θα κοσμήσετε
αυτοί
θα κοσμήσουν
Примеры
Κόσμησε το σαλόνι με πίνακες και άγαλμα.
Она украсила гостиную картинами и статуей. · She decorated the living room with paintings and a statue.
Οι κοσμημένες τραπέζες ήταν έτοιμες για το δείπνο.
Украшенные столы были готовы к ужину. · The decorated tables were ready for dinner.
Κοσμούν το πάρκο με ξύλινες πάγκους και φώτα.
Они украшают парк деревянными скамейками и огнями. · They are decorating the park with wooden benches and lights.
Θα κοσμήσουν την αίθουσα για το συμπόσιο.
Они украсят зал к конференции. · They will decorate the hall for the conference.