κοσμηματοπωλείο
[kozmimotɔˈpɔlio]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
ювелирный магазин
jewelry shop · πωλούν κοσμήματα — продают украшения
Грамматика
Ед. ч.
им.
το κοσμηματοπωλείο
вин.
το κοσμηματοπωλείο
род.
του κοσμηματοπωλείου
зват.
κοσμηματοπωλείο
Мн. ч.
им.
τα κοσμηματοπωλεία
вин.
τα κοσμηματοπωλεία
род.
των κοσμηματοπωλείων
зват.
κοσμηματοπωλεία
Примеры
Το κοσμηματοπωλείο είναι κοντά στο μετρό.
Ювелирный магазин находится рядом с метро. · The jewelry shop is near the metro.
Αγόρασε ένα δαχτυλίδι από το κοσμηματοπωλείο της πλατείας.
Она купила кольцо в ювелирном магазине на площади. · She bought a ring from the jewelry shop in the square.
Τα κοσμηματοπωλεία στο κέντρο είναι πολύ ακριβά.
Ювелирные магазины в центре очень дорогие. · Jewelry shops downtown are very expensive.