Греческий словарь
с грамматикой

κορυφώνω

[korifˈono]глаголB2

Значения

1
завершить, довести до кульминации, венчать
to crown, to bring to a climax, to culminate · κορυφώνει την προσπάθειά του — венчает свои усилия

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κορυφώνω
εσύ
κορυφώνεις
αυτός
κορυφώνει
εμείς
κορυφώνουμε
εσείς
κορυφώνετε
αυτοί
κορυφώνουν
Аорист
εγώ
κορύφωσα
εσύ
κορύφωσες
αυτός
κορύφωσε
εμείς
κορυφώσαμε
εσείς
κορυφώσατε
αυτοί
κορύφωσαν
Будущее
εγώ
θα κορυφώσω
εσύ
θα κορυφώσεις
αυτός
θα κορυφώσει
εμείς
θα κορυφώσουμε
εσείς
θα κορυφώσετε
αυτοί
θα κορυφώσουν

Примеры

Το κόμμα κορύφωσε τα επιτεύγματά του με νίκη.
Партия венчала свои достижения победой. · The party crowned its achievements with victory.
Ο συνθέτης κορυφώνει την συμφωνία με μια δυνατή κορύφωση.
Композитор завершает симфонию мощной кульминацией. · The composer brings the symphony to a climax with a powerful peak.
Αυτό το επεισόδιο κορυφώνει ολόκληρη τη σειρά.
Этот эпизод становится кульминацией всего сериала. · This episode is the culmination of the entire series.