Греческий словарь
с грамматикой

κοροϊδεύω

[koroˈiðeˈvo]глаголB1

Значения

1
дразнить, издеваться, высмеивать
to mock, to tease, to ridicule · κοροϊδεύει τον φίλο του — издевается над своим другом
2
обманывать, водить за нос
to fool, to deceive, to pull someone's leg · με κοροϊδεύεις; — ты меня разыгрываешь?

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κοροϊδεύω
εσύ
κοροϊδεύεις
αυτός
κοροϊδεύει
εμείς
κοροϊδεύουμε
εσείς
κοροϊδεύετε
αυτοί
κοροϊδεύουν
Аорист
εγώ
κοροϊδέψα
εσύ
κοροϊδέψες
αυτός
κοροϊδέψε
εμείς
κοροϊδέψαμε
εσείς
κοροϊδέψατε
αυτοί
κοροϊδέψαν
Будущее
εγώ
θα κοροϊδεύω
εσύ
θα κοροϊδεύεις
αυτός
θα κοροϊδεύει
εμείς
θα κοροϊδεύουμε
εσείς
θα κοροϊδεύετε
αυτοί
θα κοροϊδεύουν

Примеры

Δεν πρέπει να κοροϊδεύεις τα παιδιά.
Не следует издеваться над детьми. · You shouldn't mock the children.
Με κοροϊδέψες όλη την ώρα!
Ты меня весь день разыгрывал! · You've been pulling my leg all day!
Ο αδερφός μου κοροϊδεύει την αδερφή του.
Мой брат дразнит свою сестру. · My brother teases his sister.
Θα κοροϊδεύονται από τους συμμαθητές του;
Его будут высмеивать одноклассники? · Will he be ridiculed by his classmates?