κοπιάζω
[koˈpjazo]глаголгруппа А (безударное -ω)A2
Значения
1
утомляться, уставать
to get tired, to become exhausted · κοπιάζω μετά το γύμνασμα — я устаю после тренировки
2
трудиться, работать с усилием
to labour, to toil, to work hard · κοπιάζει στη δουλειά του — он упорно трудится на своей работе
Грамматика
Настоящее время
εγώ
κοπιάζω
εσύ
κοπιάζεις
αυτός
κοπιάζει
εμείς
κοπιάζουμε
εσείς
κοπιάζετε
αυτοί
κοπιάζουν
Аорист
εγώ
κοπίασα
εσύ
κοπίασες
αυτός
κοπίασε
εμείς
κοπιάσαμε
εσείς
κοπιάσατε
αυτοί
κοπίασαν
Будущее
εγώ
θα κοπιάσω
εσύ
θα κοπιάσεις
αυτός
θα κοπιάσει
εμείς
θα κοπιάσουμε
εσείς
θα κοπιάσετε
αυτοί
θα κοπιάσουν
Примеры
Κοπιάζω πολύ στη δουλειά μου.
Я очень тружусь на своей работе. · I work very hard at my job.
Τα παιδιά κοπιάζουν όταν παίζουν έξω.
Дети устают, когда играют на улице. · The children get tired when they play outside.
Κοπίασε μετά από τη μεγάλη προσπάθεια.
Он устал после большого усилия. · He was exhausted after the big effort.
Θα κοπιάσουμε αν συνεχίσουμε έτσι.
Мы устанем, если будем продолжать так. · We will get tired if we keep going like this.