Греческий словарь
с грамматикой

κοντεύω

[konˈtevo]глаголB1

Значения

1
быть близким к чему-л., приближаться к концу
to be near, to be close to, to approach an end · κοντεύει το χειμώνα — приближается зима
2
чуть не, едва не (+ инфинитив)
to almost, to nearly (+ infinitive) · κοντέψαμε να χάσουμε το τρένο — мы едва не опоздали на поезд

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κοντεύω
εσύ
κοντεύεις
αυτός
κοντεύει
εμείς
κοντεύουμε
εσείς
κοντεύετε
αυτοί
κοντεύουν
Аорист
εγώ
κοντέψα
εσύ
κοντέψες
αυτός
κοντέψε
εμείς
κοντέψαμε
εσείς
κοντέψατε
αυτοί
κοντέψαν
Будущее
εγώ
θα κοντέψω
εσύ
θα κοντέψεις
αυτός
θα κοντέψει
εμείς
θα κοντέψουμε
εσείς
θα κοντέψετε
αυτοί
θα κοντέψουν

Примеры

Κοντεύει η άνοιξη και θα ζεστάνει.
Приближается весна и будет теплеть. · Spring is near and it will get warmer.
Κοντέψαμε να πέσουμε από τη σκάλα.
Мы едва не упали со лестницы. · We almost fell down the stairs.
Η ταινία κοντεύει να τελειώσει σε πέντε λεπτά.
Фильм вот-вот закончится в пять минут. · The film is about to end in five minutes.
Κοντεύω να φτάσω στο σπίτι μου.
Я почти дошёл до своего дома. · I'm almost reaching my house.